Η Αθήνα του Νίκου Βατόπουλου, ανάμεσα στο βίωμα και την ανάμνηση

Από τον Γιώργο Καρουζάκη

Η βαθιά, βιωματική σχέση του δημοσιογράφου Νίκου Βατόπουλου με την Αθήνα είναι γνωστή, κυρίως από την αρθρογραφία του στην εφημερίδα «Καθημερινή». Τα γραπτά του και οι διαλέξεις του για την Αθήνα συνθέτουν ένα ευγενικό παράδειγμα μιας εσωτερικής και στέρεης σύνδεσης με την πόλη που ζούμε. Την ίδια δύναμη και ευγένεια αποπνέουν και οι φωτογραφίες της πρώτης ατομικής του έκθεσης που φιλοξενείται μέχρι και τις 28 Ιουνίου στην Αίθουσα Τέχνης «ena» (Βαλαωρίτου 9γ) των kaplanon.galleries. Με αυτή την αφορμή απάντησε στις ερωτήσεις μας.

Στις φωτογραφίες σας εντοπίζονται γνώριμα χαρακτηριστικά της πόλης, εικόνες αθηναϊκών πολυκατοικιών, αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες, δρόμοι και πλατείες. Την ίδια στιγμή, η Αθήνα της έκθεσής σας είναι μια άγνωστη πόλη: είναι η πόλη που συνθέτει το βλέμμα σας. Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά αυτού του υποκειμενικού βλέμματος στην πόλη;

«Πράγματι, στις φωτογραφίες που παρουσιάζω επιχειρώ πολύ συνειδητά να οργανώσω τη ματιά του θεατή πάνω στις ράγες του δικού μου βλέμματος. Είναι μία εντελώς υποκειμενική εκδοχή της Αθήνας, μίας Αθήνας, όμως, υπαρκτής, στέρεης και αληθινής. Απλώς προτείνω τη νομιμοποίηση της προσωπικής ερμηνείας της Αθήνας ως μία οδό προς την απελευθέρωση της αστικής εμπειρίας από τη μεριά του χρήστη της πόλεως. Αυτό το διαρκές στοιχείο της μεταβολής, του φευγαλέου, του υπαινικτικού και του αμφίσημου, είναι αυτό, που, κατά τη δική μου αισθητική αντίληψη, δίνει σε μία πόλη μεγάλη αφηγηματική δυνατότητα. Είναι αυτό το στοιχείο που μπορεί να θαμπώσει το πραγματικό προς όφελος του φανταστικού και να διαπλέξει το παρελθόν με το μέλλον».

Επικεντρώνεστε, επίσης, σε ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες: στις σκιές των δέντρων σ’ ένα τοίχο, στην Art Déco είσοδο μιας πολυκατοικίας, σ’ έναν φωταγωγό, σε μια κρήνη ή μια προτομή. Ποια είναι η σημασία αυτής της επιλογής;

«Επιλέγοντας αυτά τα σπαράγματα της πόλης, τα αποσπώ από το περιβάλλον τους και τα εντάσσω σε ένα νέο κάδρο στο οποίο αποκτούν αυθυπαρξία. Τα δέντρα της πόλης τα θεωρώ εξ ίσου σημαντικά με τα κτίρια. Εχουν το στοιχείο της μεταβλητότητας, ως ζώντες οργανισμοί που ακολουθούν τους κύκλους των εποχών, και συμβάλλουν σε μία πλούσια, πάλλουσα, αισθησιακή και μυστηριακή κατανόηση της πόλης, μέσα από τη σύνθεση του Άστεως με τη Φύση. Οι είσοδοι των αστικών πολυκατοικιών, που επιλέγω, δειγματοληπτικά να παρουσιάσω, είναι πάντα σιωπηλές αλλά με νωπό πάντα το αποτύπωμα και τη σκιά της ανθρώπινης παρουσίας. Φέρουν υλικό από ένα βαθύ σώμα αναμνήσεων όλων μας, γίνονται συμβολικά τόξα, αψίδες και πύλες προς ένα τοπίο αστικού πολιτισμού που προϋπήρχε και που συμπλέει, τώρα, μαζί μας διαγράφοντας έναν ακόμη κύκλο. Οσο για τις προτομές, τις κρήνες, τα «σήματα» της πόλης, είναι, πιστεύω μείζων ο ρόλος τους στην εικονοποιητική δύναμη του αστικού περιβάλλοντος και στην καλλιέργεια μίας αθηναϊκής μυθολογίας».

Το διεθνές ενδιαφέρον για την Ελλάδα της κρίσης έχει ενισχύσει νέες στερεοτυπικές εικόνες της πρωτεύουσας, την Αθήνα της ένδειας, των hipsters, κλπ. Η δική σας φωτογραφική προσέγγιση βρίσκεται σε απόσταση από όλες αυτές τις επικαιρικές προσαρμογές. Η σχέση σας με το σώμα της πόλης μοιάζει διαφορετική. Πώς θα την περιγράφατε;

«Θα την περιέγραφα βαθιά βιωματική. Και σαφώς προσωπική. Οι φωτογραφικές εκδοχές της Αθήνας που υπακούουν στις τρέχουσες ερμηνείες της πόλης ή προτείνουν μία αισθητική ανάγνωση, με γνώμονα τη συγκρότηση μίας ματιάς πολιτικά προβλέψιμης και κοινωνικά οριοθετημένης μέσα από σύμβολα και κώδικες κοινώς κατανοητούς, έχουν ενδιαφέρον και χρησιμότητα. Απλώς δεν με συγκινούν. Για μένα, η αναπαράσταση μίας αθηναϊκής εκδοχής (γιατί περί αυτού πρόκειται) τελετουργείται αναγκαστικά και νομοτελειακά μέσα από βιωμένες εμπειρίες. Οι εμπειρίες αυτές έχουν νήματα σε οικογενειακές αφηγήσεις, σε διαδρομές ενηλικίωσης, σε ταξιδιωτικές συγκινήσεις, σε μοναχικές περιπλανήσεις, σε διαβάσματα λογοτεχνικά, σε παραγωγή σκέψης και στοχασμού πάνω στους ανθρώπους που κάποτε αγάπησαν αυτήν την ίδια την πόλη, και που σήμερα ούτε όσοι διέσωσαν για λίγο τη μνήμη τους, δεν είναι πλέον ζωντανοί. Η δική μου Αθήνα, είναι η Αθήνα των περασμένων και η Αθήνα όσων θα έρθουν. Επιχειρώ μία συμφιλίωση πάνω σε άξονα συνειδησιακό»

Οι φωτογραφίες σας προτείνουν με τρόπο έμμεσο και εσωτερικό μια επανασύνδεση με την Αθήνα. Έχετε εντοπίσει ορισμένους από τους λόγους που ενίσχυσαν μέσα στα χρόνια τη ρήξη των δεσμών μας με την πόλη;

«Ολοι έχουμε νιώσει τη ρήξη και ο καθένας θα σας πει την δική του εκδοχή. Μία εκδοχή περικλείει και πολλές ακόμη, άλλες μισοφωτισμένες, άλλες αντικρουόμενες, και άλλες παντελώς ανακριβείς. Ολες, όμως, έχουν τη δύναμη ή τη δυνατότητα να μεταβληθούν σε προσωπικές πεποιθήσεις. Αυτό θα ήθελα να το αποφύγω. Ο ιστορικός χρόνος είναι νωπός και σε δέκα χρόνια όσα λέμε σήμερα για το άμεσο χθες θα μας φαίνονται βιαστικά και επιπόλαια. Ωστόσο, θα πω ότι η ρήξη των δεσμών με την πόλη είναι μια παλιά και μακρά διαδικασία. Δεν ξυπνήσαμε το 2008 και βρεθήκαμε ξένοι στην πόλη μας. Θα έλεγα ότι ανέκαθεν η Αθήνα ήταν ένας τόπος που είχε δυσανεξία ως προς την συγκρότηση οργανωμένης συνείδησης στοργής και ενδιαφέροντος. Σαφώς, όμως, με όλα τα πολλά αρνητικά της, η Αθήνα των μεταπολεμικών δεκαετιών, ως πιο αλώβητη, αθώα και ανυποψίαστη, είχε επιτύχει να διατηρήσει μία ψευδαίσθηση συνοχής τουλάχιστον σε επιμέρους όψεις της ζωής. Πιστεύω ότι παρά την παρακμή της τελευταίας εξαετίας, η πρόσφατη ανάδυση μιας νέας ανάγκης για την κατανόηση της πόλης θα μας εκπλήξει ευχάριστα».

Η χρήση του φωτός αλλά και τα χρώματα των φωτογραφιών σας ανακαλούν διαφόρων ειδών διαθέσεις και ενεργοποιούν τη μνήμη. Πώς συνδέεται η δική σας μνήμη με την πόλη;

«Η Αθήνα είναι η πόλη μου. Εδώ γεννήθηκα και μεγάλωσα. Στην πλατεία Αμερικής και στη Φωκίωνος Νέγρη έχω τις πρώτες αναμνήσεις μου, όταν οι περιοχές αυτές είχαν σε εντυπωσιακό βαθμό αστική ομοιογένεια. Με την πάροδο του χρόνου, καθώς ωρίμαζε ο στοχασμός μου πάνω στην πόλη, που και η ίδια παράλληλα με μένα άλλαζε δραματικά, άρχισε ολοένα και περισσότερο να με ενδιαφέρει και να με απασχολεί δημιουργικά η λεγόμενη «ενδιάμεση» συνείδηση. Αυτή που λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στο βίωμα και την ανάμνηση στον εαυτό και στην κοινωνία, στην προσωπική διάθεση και στο κοινωνικό χρέος, στην ανάγκη φυγής και στην ανάγκη προσφοράς. Πιστεύω ότι δομικά στοιχεία συμπεριφοράς, διάθεσης και εκτίμησης εσωτερικών και εξωτερικών συνθηκών στον καθένα από εμάς όχι μόνο αντανακλούν στην ζωή της πόλης αλλά καθορίζουν εν πολλοίς την ατμόσφαιρα και τη φυσιογνωμία της. Αυτές οι φωτοσκιάσεις και τα νυχτερινά τοπία στις φωτογραφίες μου εκπροσωπούν αυτήν ακριβώς την βαθύτερη εκδοχή μιας εσωτερικής Αθήνας».

Related Posts