Μια συζήτηση με τον Terence Davies

1334

Πριν από λίγες μέρες προβλήθηκε στη Berlinale η νέα ταινία του Βρετανού σκηνοθέτη Terence Davies. Πρόκειται για το φιλμ A Quiet Passion, για τη ζωή της σημαντικής Αμερικανίδας ποιήτριας Emily Dickinson, την οποία υποδύεται η Cynthia Nixon. Με αυτή την αφορμή δημοσιεύουμε τη συζήτηση που κάναμε το 2008 με τον Terence Davies, πριν φτάσει στην Ελλάδα για τη ρετροσπεκτίβα του έργου του στο 49o Διεθνές Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Από τον Γιώργο Καρουζάκη

Αν ακούσεις τον σπουδαίο Βρετανό κινηματογραφιστή Terence Davies να σου περιγράφει από το τηλέφωνο, χαμηλόφωνα και με φωνή μπάσα που μοιάζει να απευθύνεται στον εαυτό της, τα βίαια παιδικά του χρόνια σ’ ένα αρρωστημένο οικογενειακό περιβάλλον, αναρωτιέσαι πώς μπόρεσε να σταθεί στα πόδια του. Και να γίνει μια από τις πιο αντισυμβατικές και αυθεντικές φωνές του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Το γεγονός ότι έχει γυρίσει πέντε μόνο μεγάλου μήκους ταινίες, υπακούοντας, σχεδόν εμμονικά, στον προσωπικό, βιωματικό του μικρόκοσμο, δεν εμπόδισε ένα μεγάλο μέρος του κοινού και της κριτικής να αναγνωρίσει την αξία και την οικουμενικότητα του έργου του. Την ιδιόμορφη ματιά ενός κινηματογραφιστή, τολμηρού, ουσιαστικού, απαλλαγμένου από κάθε είδους αφηγηματικές συμβάσεις.

To 2008 ο Βρετανός δημιουργός βρέθηκε στην Θεσσαλονίκη. Το 49ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου και το τμήμα Ημέρες Ανεξαρτησίας διοργάνωσαν μια ρετροσπεκτίβα του έργου του. Αρχίζοντας από την ταινία «Trilogy», την ένωση των τριών μικρού μήκους ταινιών του, Children (1976), «Madonna and Child» (1980) και «Death and Transfiguration» (1983). Συνέχισαν με το αριστουργηματικό «Μακρινές φωνές, νεκρές ζωές» (1988) για τη ζωή μιας οικογένειας της εργατικής τάξης στο Λίβερπουλ της δεκαετίας του ’40, το φίλμ «The day closes» (1992) με το σκηνοθέτη να σκιαγραφεί με ποιητική, αλλά καθόλου συναισθηματική διάθεση, τη δύσκολη ενηλικίωσή του στη μεταπολεμική Βρετανία, και το «The neon bible» (1995), διασκευή της αυτοβιογραφικής νουβέλας του αυτόχειρα αμερικανού συγγραφέα Τζον Κένεντι Τούλ.

© British Film Institute (BFI), Greater London Arts Association, National Film and Television School
© British Film Institute (BFI), Greater London Arts Association, National Film and Television School

 

Το αφιέρωμα ολοκληρώθηκε με το φιλμ «The House of Mirth» (2000), επίσης διασκευή του μυθιστορήματος της Ίντιθ Γουόρτον επικεντρωμένο στην ζωή μιας γυναίκας διχασμένης ανάμεσα στο πάθος της για τη ζωή και το ευνουχιστικό κοινωνικό της περιβάλλον και με την προβολή της τελευταίας ταινίας του «Of time and City». Σε αυτή την ταινία – είχε αποθεωθεί στο Φεστιβάλ των Κανών- ο Ντέιβις συνθέτει ένα απρόβλεπτο πορτρέτο της γενέτειράς του Λίβερπουλ, χωρίς να κάνει καμιά αναφορά στους Μπιτλς και ελάχιστες αναφορές στο ποδόσφαιρο, στοιχεία για τα οποία το Λίβερπουλ είναι παγκοσμίως διάσημο.

Προσπαθούσα με προσευχές, μέχρι να ματώσουν τα γόνατά μου, να ζητήσω από τον Θεό να με συγχωρέσει για τις αμαρτίες μου

275159.1

«Δεν μου άρεσαν ποτέ οι Μπιτλς» εξομολογείται νηφάλια, ο Davies.«Αφήστε που αν αποφάσιζα να συμπεριλάβω κάποιο τραγούδι τους στο φιλμ θα έπρεπε να πληρώσω αρκετά χρήματα σε δικαιώματα. Πρόκειται για μια βαθιά υποκειμενική, καθόλου γραμμική, χρονολογικά, προσέγγιση του Λίβερπουλ των παιδικών μου χρόνων. Οι προθέσεις μου δεν ήταν μεγαλεπήβολες, αλλά ταπεινές. Προσπάθησα να ανασύρω με ακρίβεια από την μνήμη μου όσα με άγγιξαν βαθιά, να είμαι συνεπής στις προσωπικές μου μνήμες, στον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τον χρόνο», λέει ο δημιουργός ενός φιλμ αταξινόμητου, γλυκόπικρου, σκληρού και συνάμα λυρικού, όπου η ασπρόμαυρη αισθητική συναντά την ποίηση του Τ.Σ.Ελιοτ και τα τραγούδια της Πέγκι Λι.

Η νοητή επιστροφή του Davies στο Λίβερπουλ του παρελθόντος δεν ήταν ευχάριστη. Οι πληγές των παιδικών του χρόνων δεν έκλεισαν ποτέ. Για αυτό δεν διστάζει να τονίσει, ακόμα και σήμερα στην ηλικία των 63 χρόνων, ότι η ζωή του καταστράφηκε για πάντα στα παιδικά του χρόνια. «Τότε συνέβησαν ορισμένα συνταρακτικά γεγονότα στη ζωή μου», λέει. «Δεν είναι μόνο οι κακές εμπειρίες από τους αυστηρούς κανόνες του σχολείου και της καθολικής θρησκευτικής ζωής. Αν και άθεος, σήμερα, θεωρώ ότι όλες αυτές οι εμπειρίες με σημάδεψαν αρνητικά, μ’ έβλαψαν απεριόριστα. Ο πατέρας μου ήταν πολύ βίαιος. Η μητέρα μου και τ’αδέρφια μου, αρχίσαμε να φεύγουμε από το σπίτι αναζητώντας μια αξιοπρεπή ζωή, μακριά από την κατεστραμμένη, άθλια καθημερινότητα που ζούσαμε. Αυτή η κατάσταση με κυρίευσε αρνητικά, σχεδόν ψυχωτικά. Ο πατέρας μου ήταν ακραία βίαιος, ιδιαιτέρως με την μητέρα μου».

Στις βασανιστικές μνήμες του Davies από τον αυταρχικό πατέρα του, ήρθε να προστεθεί το βάρος του Καθολικισμού, ήταν ο νεότερος γιος μιας πολυμελούς εργατικής οικογένειας καθολικών Ιρλανδών, αλλά και οι αβάσταχτες ενοχές για την ομοφυλοφιλία του. «Ήταν απίστευτα δύσκολο να αποδεχτώ την ομοφυλοφιλία μου. Μην ξεχνάτε ότι εκείνη την εποχή στην Βρετανία, η ομοφυλοφιλία ήταν αδίκημα που μπορούσε να σε οδηγήσει στην φυλακή. Επιπλέον, η σεξουαλικότητά μου ερχόταν σε σύγκρουση με τους αυστηρούς θρησκευτικούς κανόνες. Προσπαθούσα με προσευχές, μέχρι να ματώσουν τα γόνατά μου, να ζητήσω από τον Θεό να με συγχωρέσει για τις αμαρτίες μου. Αν μπορούσα να αλλάξω, να γίνω «κανονικός» όπως κάθε άλλος άνθρωπος, θα το είχα κάνει. Σήμερα η κατάσταση για τους γκέϊ έχει σαφώς αλλάξει προς το καλύτερο. Αν και θεωρώ την τρέχουσα γκέϊ κουλτούρα ρηχή, επικεντρωμένη στην εμμονή να παραμένεις νέος, σ’ ένα λάιφ στάϊλ άκρως αποκρουστικό».

Η αγωνιώδης σύγκρουση του Terence Davies με του προσωπικούς του δαίμονες μάλλον όξυνε την αντίληψη και την δημιουργικότητά του, και τον οδήγησε κατευθείαν στην αγκαλιά της τέχνης. Η σχέση που ανέπτυξε μαζί της δεν ήταν προβλέψιμη. Με μαγιά τα βιώματά του θέλησε να διερευνήσει με τα υλικά του κινηματογράφου το παράδοξο του χρόνου και την αποσπασματική φύση της ανθρώπινης μνήμης. Αν εξαιρέσει κάποιος την βαθιά μελαγχολική διάσταση αρκετών ταινιών του, το σινεμά του Davies δεν είναι καθόλου αυτοαναφορικό η αναιτίως δύστροπο.

Πώς εξηγεί ο ίδιος την εμμονή του με το χρόνο;

«Από πολύ νωρίς, από την ηλικία των 18 χρόνων, με απασχολούσαν έντονα ζητήματα σχετικά με τη φύση του χρόνου, της μνήμης, της θνητότητας, να με γοητεύει ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο. Η ανθρώπινη μνήμη δεν ακολουθεί γραμμική πορεία. Περνάμε από την μια συναισθηματική κατάσταση στην άλλη, ανακαλούμε αστραπιαία μια στιγμή που συνέβη σαράντα χρόνια πριν. Αυτή η αποσπασματικότητα δεν προκαλεί σύγχυση στο μυαλό, επειδή κάθε άνθρωπος εντάσσει κάθε περιστατικό σε μια αλληλουχία γεγονότων του παρελθόντος. Στο σινεμά έχεις την δυνατότητα να οργανώσεις με τέτοιο τρόπο το υλικό σου για να μην προκαλέσεις σύγχυση στον θεατή. Αν γνωρίζεις τι θέλεις να εκφράσεις, ακόμα και μέσα από μια κατοπτρική, αποσπασματική διαχείριση της μνήμης, οι θεατές ανταποκρίνονται αναγνωρίζοντας την προέλευση και την διαδρομή όσων βλέπουν».

Related Posts

  • Ποιοι θέλουν να καταστρέψουν τον Παρθενώνα;Ποιοι θέλουν να καταστρέψουν τον Παρθενώνα;Ο Παρθενώνας ανατινάζεται με βόμβες και καταρρέει μπροστά στα έκπληκτα μάτια των Αθηναίων στη νουβέλα του Χρήστου Χρυσόπουλου «Ο βομβιστής του Παρθενώνα» […]
  • Αγγελική Παπούλια, de profundisΑγγελική Παπούλια, de profundisΣυνέντευξη με την Αγγελική Παπούλια. Aνήκει στους καλλιτέχνες που διεκδικούν με δυναμικό και σαφή τρόπο τη θέση τους στον χώρο της σύγχρονης δημιουργίας. Γνωστή, διεθνώς, από τις ηρωίδες […]
  • Αργύρης Χιόνης: ένας καλός ποιητής θα μπορούσε να γίνει ένας κακός δικτάτοραςΑργύρης Χιόνης: ένας καλός ποιητής θα μπορούσε να γίνει ένας κακός δικτάτοραςΑπόγευμα, σε κεντρικό ζαχαροπλαστείο της πόλης, καθορίστηκε η συνάντηση με τον ποιητή Αργύρη Χιόνη (1943 -2011). Αναγνώριση δυο αγνώστων μέσα στο πλήθος. Οι πρώτες άσκοπες κουβέντες, […]
  • Στο café της χαμένης νιότηςΤο βιβλίο του Μοντιανό, αν και διαδραματίζεται στο Παρίσι του ‘60, στη θρυλική rive gauche, στα στέκια των μποέμ, δεν προκαλεί τη γνώριμη νοσταλγική αναπόληση του παρελθόντος ή της νιότης […]